Κυπριακά

Ορισμός λέξης

αναρή

a-na-REE
Ουσιαστικό
Ορισμός

φρέσκο τυρί από ορό γάλακτος αιγοπρόβειο, παρόμοιο με τη ρικότα

Παράδειγμα
«Έβαλε αναρή μέσα στο φαΐ.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Φαγητά
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου