Κυπριακά

Περιήγηση ανά γράμμα

42 λήμματα με ΑΤαξινόμηση
αβάτταΟυσ.

όταν οφελείσαι κάτι χωρίς κόστος, δωρεάν

αβάττατζιηςΕπίθ.

όταν κάποιος θέλει να εποφελείται χωρίς κόστος, δωρεάν

αθκιασερόςΕπίθ.

Αυτός που έχει πολύ ελεύθερο χρόνο. Το λέμε συνήθως όταν δούμε κάποιον να ασχολείται με κάτι που θεωρούμε άσκοπο ή ότι είναι χάσιμο χρόνου.

ακκαμαθκιάΟυσ.

το δάγκωμα

ακκαννομούτταςΟυσ.

χαμολιός

ακκάννωΡήμα

δαγκώνω

αλόπωςΣύνδ.

μήπως, πιθανώς

αμάνταΕπίρρ.

μόλις, αμέσως

αμινιάζωΡήμα

υπολογίζω

αμμάτιΟυσ.

μάτι

αμματόπετραΟυσ.

μικρή χρωματιστή πέτρα, είδος φυλακτού για το μάτιασμα σε σχήμα ματιού

αμπάλατοςΕπίθ.

αυτός που δεν ακούει και κάνει της κεφαλής του

αμπλέπωΡήμα

βλέπω

αμπούσταΟυσ.

μικρό μεταλλικό κουτί|παλιός μετρητής όγκου

αναγιώννωΡήμα

αναθρεύω

ανάνοικτοςΕπίθ.

κάτι που δεν έχει ανοικτεί ποτέ

αναρήΟυσ.

φρέσκο τυρί από ορό γάλακτος αιγοπρόβειο, παρόμοιο με τη ρικότα

ανάρκαΕπίρρ.

αραιά

αντζελοσσιάζομαιΡήμα

τρομάζω

αντιλοσιάζωΡήμα

τρομάζω, ξαφνιάζω

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου