Κυπριακά

Ορισμός λέξης

αθκιασερός

a-thkia-se-ROS
Επίθετο
Ορισμός

Αυτός που έχει πολύ ελεύθερο χρόνο. Το λέμε συνήθως όταν δούμε κάποιον να ασχολείται με κάτι που θεωρούμε άσκοπο ή ότι είναι χάσιμο χρόνου.

Παράδειγμα
«-Έχει 2 ώρες που παίζουν τάβλι»
«-Αφού εν αθκιασεροί.»
Προστέθηκε
9 Ιουν 2026
Από
BraveBreeze8ce8
Τελευταία Ενημέρωση
9 Ιουν 2026
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου