Κυπριακά

Ορισμός λέξης

αβάττα

a-VAHT-ta
Ουσιαστικό
Ορισμός

όταν οφελείσαι κάτι χωρίς κόστος, δωρεάν

Παράδειγμα
«Εν ντρέπεται τίποτε, θέλει να την φκάλει την κουβέντα, αβάττα.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου