Κυπριακά

Ορισμός λέξης

μπρίκκι

BREEHK-kees
Ουσιαστικό
Ορισμός

μικρό κατσαρολάκι με μακριά λαβή, κυρίως για την παρασκευή καφέ

Παράδειγμα
«Πιάστον μπρίκκι τζιαι κάμε μας ένα καφέ σκέτο.»
Ετυμολογία

τουρκική ibrik

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Κατηγορίες
Τουρκική
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου