Κυπριακά

Ορισμός λέξης

φαλλάρω

fahl-LAH-roh
Ρήμα
Ορισμός

τρελαίνομαι, τα χάνω, χάνω την ψυχραιμία μου, ή κάνω κάτι ανόητο

Παράδειγμα
«Φάλλαρε το σύστημα τζιαι εσταμάτησε να λειτουργά.»
Ετυμολογία

ιταλικό fallare

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Βενετική
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου