Κυπριακά

Ορισμός λέξης

γιουτώ

yoo-TOH
Ρήμα
Ορισμός

συνάδω|ταιριάζω

Παράδειγμα
«Αν γιουτήσει θα τον δω αργότερα .»
«Εγιούτησαν οι θκυό τους, κάμνουν καλή παρέα.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου