Κυπριακά

Ορισμός λέξης

γλιππάρω

ghlee-PPAH-ro
Ρήμα
Ορισμός

γλιτώννω από κάτι η κάποιον

Παράδειγμα
«Πως τα εκατάφερε και εγλίππαρε το φταίξιμο, εν ξέρω.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου