Κυπριακά

Ορισμός λέξης

τζιηεύκω

ji-EF-ko
Ρήμα
Ορισμός

Εξοικονομώ

Παράδειγμα
«Τζίεφκε το κρασίν τζιαί μάσιεται να λείψει.»
Προστέθηκε
9 Ιουν 2026
Από
FeBeetle
Τελευταία Ενημέρωση
9 Ιουν 2026
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου