Κυπριακά

Ορισμός λέξης

κάρκας

KAR-kas
Ουσιαστικό
Ορισμός

Είναι το πουλί κολοιός ή μεταφορικά ο βραδυκίνητος ή τεμπέλης άνθρωπος.

Παράδειγμα
«Εν τέλεια κάρκας τούτος.»
Προστέθηκε
9 Ιουν 2026
Από
FeBeetle
Τελευταία Ενημέρωση
9 Ιουν 2026
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Τουρκική
Πρόταση Βελτίωσης