Κυπριακά

Ορισμός λέξης

καρκασαλλίκκι

kar-ka-sha-LLEE-kkee
Ουσιαστικό
Ορισμός

φασαρία, σαματάς

Παράδειγμα
«Σταμάτα να κάμνεις καρκασαλλίκκι, κάτσε ήσυχα.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου