Κυπριακά

Ορισμός λέξης

λαωμός

lah-oh-mos
Ουσιαστικό
Ορισμός

ο τρόμος, το ξάφνιασμα

Παράδειγμα
«Έκαμες μας με το λάομα με τα νέα σου.»
Ετυμολογία

λαόνω (βλ.λ.)

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου