Κυπριακά

Ορισμός λέξης

νάκκουριν

NAK-kοο-reen
Επίρρημα
Ορισμός

λίγο, μικρή ποσότητα

Παράδειγμα
«Εν θέλω τόσο φαΐ, βάλε μου νάκκουριν μόνο.»
Ετυμολογία

νάκκον (βλ.λ.)

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Αρχαία Ελληνική
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου