Κυπριακά

Ορισμός λέξης

νιψομαντηλιά

NEE-pso-ma-ntee-LYA
Ουσιαστικό
Ορισμός

πετσέτα προσώπου

Παράδειγμα
«Καθάρισα το μπάνιο και άλλαξα την νιψομαντηλιά.»
Ετυμολογία

νίβω + μαντηλιά (βλ.λ.)

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου