Κυπριακά

Ορισμός λέξης

παστό

pas-TO
Επίθετο
Ορισμός

διατηρημένη τροφή όπως κρέας η φρούτα ψημένα στον ήλιο ή με αλάτι

Παράδειγμα
«Το παστό κρέας είναι που τα αγαπημένα μου φαγητά.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
ΦαγητάΑρχαία Ελληνική
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου