Κυπριακά

Ορισμός λέξης

ποσκολιούμαι

po-sko-LIOU-me
Ρήμα
Ορισμός

Σκοτώνω την ώρα μου. Κάνω μικροδουλειές, συνήθως αποφεύγοντας τις υποχρεώσεις μου. Από το απασχολώ.

Παράδειγμα
«Σταμάτα να ποσκολιέσαι τζιαι κάμε τα μαθήματα σου!»
Προστέθηκε
20 Ιουν 2026
Από
chpav
Τελευταία Ενημέρωση
20 Ιουν 2026
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου