Κυπριακά

Ορισμός λέξης

ποθκιάντραπος/η

po-THKIA-ndra-pos
Επίθετο
Ορισμός

Αυτός που δε νιώθει ντροπή, που δε διστάζει να πει ή να κάνει κάτι, που δεν έχει αναστολές. Το λέμε και για να χαρακτηρίσουμε αρνητικά την πράξη κάποιου την οποία θεωρούμε ξεδιάντροπη.

Παράδειγμα
«Εν τέλεια ποθκιάντραπος τούτος, επάρκαρε στο πάρκινγκ των ανάπηρων!»
Προστέθηκε
9 Ιουν 2026
Από
QuietBreeze
Τελευταία Ενημέρωση
9 Ιουν 2026
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου