Κυπριακά

Ορισμός λέξης

σαρίζω

sar-EE-zo
Ρήμα
Ορισμός

σκουπίζω

Παράδειγμα
«Πρέπει να σαρίσω το σπίτι γιατί γέμησε σκόνη.»
Ετυμολογία

σαρκά

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου