Κυπριακά

Ορισμός λέξης

σιεροκουτάλα

see-e-ro-koo-TA-la
Ουσιαστικό
Ορισμός

τρυπητή μεταλλική κουτάλα

Παράδειγμα
«Νεκατώνω το φαΐ στην κατσαρόλα με την σιεροκουτάλα.»
Ετυμολογία

σιέρι (βλ.λ) + κουτάλα (βλ.λ)

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου