Κυπριακά

Ορισμός λέξης

σιερόμυλος

see-e-ro-koo-TA-la
Ουσιαστικό
Ορισμός

εργαλείο για άλεσμα σιταριού

Παράδειγμα
«Άλεθε το σιτάρι με τον σιερόμυλο»
«Ο παππούς έσιει ακόμα τον παλιό σιερόμυλο»
Ετυμολογία

σιέρι (βλ.λ) + μύλος

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
ΑγροτικάΠαραδοσιακά
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου