Κυπριακά

Ορισμός λέξης

θερκό

ther-KO
Ουσιαστικό
Ορισμός

είδος φιδιού πολύ διαδεδομένου στην Κυπριακή ύπαιθρο, μεγάλου σε μέγεθος, με μαύρο χρώμα, μη δηλητηριώδες

Παράδειγμα
«Είδα ένα θερκό στο χωράφι.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Ζώα
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου