Κυπριακά

Ορισμός λέξης

θκιαλαλώ

thkya-la-LO
Ρήμα
Ορισμός

διαλαλώ, ανακοινώνω δυνατά

Παράδειγμα
«Εθκιαλάλησε το στην γειτονιά»
«Ο διαλαλητής εθκιαλαλούσε τα νέα»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
ΠαραδοσιακάΑρχαία Ελληνική
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου