Κυπριακά

Ορισμός λέξης

θωρκά

thor-KA
Ουσιαστικό
Ορισμός

η όψη

Παράδειγμα
«Έχει καλή θωρκά.»
«Άλλαξε η θωρκά του.»
Ετυμολογία

θωρώ (κυπρ.)

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου