Κυπριακά

Ορισμός λέξης

βουναλλούι

voo-na-LLOO-ee
Ουσιαστικό
Ορισμός

το λοφάκι

Παράδειγμα
«Ανεβήκαμε στο βουναλλούι.»
Ετυμολογία

βουνό + υποκοριστικό -ούι

Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου