Κυπριακά

Ορισμός λέξης

ξιμαρισμένος

ksee-mah-reez-MEH-nos
Επίθετο
Ορισμός

λερωμένος, ακάθαρτος | μτφ. ο άνθρωπος που βρίζει πολύ | ο άνθρωπος που σκέφτεται πρόστυχα

Παράδειγμα
«Ήταν ξιμαρισμένος που τις λάσπες.»
«Μιλά ξιμαρισμένα.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Αρχαία Ελληνική
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου