Κυπριακά

Ορισμός λέξης

ξιππάζω

ksee-PPA-zo
Ρήμα
Ορισμός

τρομάζω ξαφνικά

Παράδειγμα
«Άκουσα ένα δυνατό θόρυβο που με έκαμε να ξιππαστώ.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Αρχαία Ελληνική
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου