Κυπριακά

Ορισμός λέξης

ζίλικουρτι

ZEE-lee-koor-dee
Ουσιαστικό
Ορισμός

συγκεκριμένη ασθένεια, είδος καρκινώματος

Παράδειγμα
«Ζίλικουρτι να φκάλεις, σιώπα.»
Προστέθηκε
8 Ιουλ 2025
Από
Μέλος της Κοινότητας
Τελευταία Ενημέρωση
8 Ιουλ 2025
Σχετικές Λέξεις
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Κατηγορίες
Δεν έχουν προστεθεί ακόμα.Πρόταση +
Πρόταση Βελτίωσης

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας να επισκέπτεστε αυτό τον ιστότοπο, αποδέχεστε τη χρήση cookies.

Πολιτική Απορρήτου