Επιλέξτε γράμμα
Περιήγηση ανά γράμμα
2 λήμματα
ξιμαρισμένος
λερωμένος, ακάθαρτος | μτφ. ο άνθρωπος που βρίζει πολύ | ο άνθρωπος που σκέφτεται πρόστυχα
ξιππάζω
τρομάζω ξαφνικά